rapidly
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | rapidly |
| συγκριτικός | more rapidly |
| υπερθετικός | most rapidly |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]rapidly (en)
- γρήγορα, ραγδαία
Don’t speak so rapidly.
- Μην μιλάς τόσο γρήγορα.
I eat/drink rapidly.
- Τρώω/πίνω γρήγορα.
Things are changing rapidly.
- Τα πράγματα αλλάζουν ραγδαία.
Living standards improved rapidly during the post-war economic boom.
- Το βιοτικό επίπεδο βελτιώθηκε ραγδαία κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής οικονομικής άνθησης.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη quickly
Πηγές
[επεξεργασία]- rapidly - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 200, 764. ISBN 9780194325684., λήμμα: γρήγορα, ραγδαίος