prompt

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

prompt (en)

  1. η υποβολή, η καθοδήγηση
  2. (πληροφορική), (για REPL, CLI) προτροπή

Ρήμα[επεξεργασία]

prompt

  1. παρακινώ, παρακινούμαι, προτρέπω, εξωθώ
    • έχω την τάση να, είμαι έτοιμος να

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • prompt στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια