prompt
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | prompt |
| συγκριτικός | more prompt |
| υπερθετικός | most prompt |
prompt (en)
- (χωρίς παραθετικά) ταχύς, άμεσος, χωρίς καθυστέρηση
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]prompt (en)
- ακριβώς
at 5 pm. prompt - στις 5 μμ. ακριβώς
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| prompt | prompts |
prompt (en)
- η υποβολή, η καθοδήγηση
- (πληροφορική), (για REPL, CLI) η καθοδήγηση, η προτροπή
a voice prompt - φωνητική καθοδήγηση
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | prompt |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | prompts |
| αόριστος | prompted |
| παθητική μετοχή | prompted |
| ενεργητική μετοχή | prompting |
prompt (en)
- παρακινώ, ωθώ, εξωθώ, προκαλώ, οδηγάω σε κάτι, κινώ κάποιον σε μια πράξη ή ενέργεια
This book prompted me to take an interest in history.
- Το βιβλίο αυτό με παρακίνησε να ασχοληθώ με την ιστορία.
The leader’s speech prompted the people to take action.
- Η ομιλία του ηγέτη παρακίνησε τον λαό να δράσει.
Her father’s struggles with mental health prompted her to pursue psychology as a career.
- Οι δυσκολίες του πατέρα της με την ψυχική υγεία την ώθησαν να ακολουθήσει την ψυχολογία ως επάγγελμα.
Sometimes poverty prompts lawlessness.
- Η ανέχεια εξωθεί μερικές φορές στην παρανομία.
His speech prompted an angry outburst from a man in the crowd.
- Η ομιλία του προκάλεσε ένα θυμωμένο ξέσπασμα από έναν άντρα στο πλήθος.
The terrorist attack prompted knee-jerk legislation.
- Η τρομοκρατική επίθεση οδήγησε σε νομοθέτηση στο πόδι.
What prompted him to tell such a lie?
- Τι τον κίνησε να πει τέτοιο ψέμα;
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τις λέξεις provoke και motivate
- παρακινώ, ενθαρρύνω κάποιον να μιλήσει, κάνοντάς του ερωτήσεις ή προτείνοντάς του λέξεις που θα μπορούσε να πει
She was too nervous to speak and had to be prompted.
- Ήταν τόσο νευρική που δεν μπορούσε να μιλήσει και χρειάστηκε να την παρακινήσουν/να της δώσουν υποδείξεις.
The program will prompt you to enter data where required. (πληροφορική)
- Το πρόγραμμα θα σας ζητήσει να εισαγάγετε δεδομένα όπου απαιτείται.
”And then what happened?” he prompted.
- «Και μετά τι έγινε;» τον υπέβαλε σε ερώτηση.
Πηγές
[επεξεργασία]- prompt (adjective) - Oxford Learner's Dictionaries
- prompt (adverb) - Oxford Learner's Dictionaries
- prompt (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- prompt (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 448-449, 656, 870-871. ISBN 9780194325684., λήμμα: κινώ, παρακινώ, ταχύς