motivate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

motivate (en)

  1. δίνω ένα κίνητρο σε κάποιον για να δράσει
  2. παρακινώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]