urge
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| urge | urges |
urge (en)
- η παρόρμηση
I had a sudden urge to hit him.
- Με έπιασε μια ξαφνική παρόρμηση να τον χτυπήσω.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | urge |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | urges |
| αόριστος | urged |
| παθητική μετοχή | urged |
| ενεργητική μετοχή | urging |
urge (en)
- παροτρύνω, προτρέπω, συμβουλεύω ή προσπαθώ πολύ να πείσω κάποιον να κάνει κάτι
She urged him to pursue a theatrical career.
- Τον παρότρυνε να ακολουθήσει τη θεατρική καριέρα.
She urged him to stay.
- Τον παρότρυνε να μείνει.
I urged him to continue his studies.
- Τον προέτρεψα να συνεχίσει τις σπουδές του.
If you ever get the chance to visit this place, I strongly urge you to do so.
- Αν ποτέ σου δοθεί η ευκαιρία να επισκεφθείς αυτό το μέρος, σε προτρέπω έντονα να το κάνεις.
Police are urging anyone who saw the accident to contact them immediately.
- Η αστυνομία προτρέπει οποιονδήποτε είδε το ατύχημα να επικοινωνήσει μαζί της άμεσα.
I urge people to vote yes on May 5.
- Προτρέπω τον κόσμο να ψηφίσει «ναι» στις 5 Μαΐου.
The situation is dangerous and the UN is urging caution.
- Η κατάσταση είναι επικίνδυνη και ο ΟΗΕ προτρέπει σε προσοχή.