Μετάβαση στο περιεχόμενο

urge

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
urge urges

urge (en)

  • η παρόρμηση
    παράδειγμα  I had a sudden urge to hit him.
    Με έπιασε μια ξαφνική παρόρμηση να τον χτυπήσω.
ενεστώτας urge
γ΄ ενικό ενεστώτα urges
αόριστος urged
παθητική μετοχή urged
ενεργητική μετοχή urging

urge (en)

  • παροτρύνω, προτρέπω, συμβουλεύω ή προσπαθώ πολύ να πείσω κάποιον να κάνει κάτι
    παράδειγμα  She urged him to pursue a theatrical career.
    Τον παρότρυνε να ακολουθήσει τη θεατρική καριέρα.
    παράδειγμα  She urged him to stay.
    Τον παρότρυνε να μείνει.
    παράδειγμα  I urged him to continue his studies.
    Τον προέτρεψα να συνεχίσει τις σπουδές του.
    παράδειγμα  If you ever get the chance to visit this place, I strongly urge you to do so.
    Αν ποτέ σου δοθεί η ευκαιρία να επισκεφθείς αυτό το μέρος, σε προτρέπω έντονα να το κάνεις.
    παράδειγμα  Police are urging anyone who saw the accident to contact them immediately.
    Η αστυνομία προτρέπει οποιονδήποτε είδε το ατύχημα να επικοινωνήσει μαζί της άμεσα.
    παράδειγμα  I urge people to vote yes on May 5.
    Προτρέπω τον κόσμο να ψηφίσει «ναι» στις 5 Μαΐου.
    παράδειγμα  The situation is dangerous and the UN is urging caution.
    Η κατάσταση είναι επικίνδυνη και ο ΟΗΕ προτρέπει σε προσοχή.