Μετάβαση στο περιεχόμενο

συμβουλεύω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συμβουλεύω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συμβουλεύω < αρχαία ελληνική συμβουλεύω (δίνω συμβουλή), συμβουλεύομαι (ζητώ την συμβουλή κάποιου) και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική consulter[1][2]. Συγχρονικά αναλύεται σε συμ- + βουλεύω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /siɱ.vuˈle.vo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συμβουλεύω

συμβουλεύω (μεταβατικό), αόρ.: συμβούλεψα/συνεβούλευσα(σπάνιο, λόγιο), παθ.φωνή: συμβουλεύομαι, μτχ.π.ε.: συμβουλευόμενος, π.αόρ.: συμβουλεύτηκα/συμβουλεύθηκα(λόγιο)

  1. διατυπώνω την γνώμη μου και καθοδηγώ κάποιον ως προς το πώς πρέπει να ενεργήσει, να συμπεριφερθεί ή να αντιμετωπίσει μια κατάσταση, συχνά παρακινώντας τον να ακολουθήσει την γνώμη αυτή
    παράδειγμα Ο καθηγητής συμβούλεψε τον μαθητή να οργανώσει καλύτερα τον χρόνο του πριν τις εξετάσεις.
      2011 Σοφία Μαντουβάλου, Χαρέμι ανδρών, εκδ. Καστανιώτη
    «Το ομηρικό ρήμα παραμυθεύομαι σημαίνει συμβουλεύω, αργότερα έγινε παρηγορώ» . «Μόνο τα ζώδια παρηγορούν και συμβουλεύουν ... Αλήθεια, τι ζώδιο είσαι; » αστειεύτηκα.
     συνώνυμα: δασκαλεύω, καθοδηγώ, κατηχώ, νουθετώ, ορμηνεύω, παρακινώ, ποδηγετώ, συνιστώ, υποδεικνύω
  2. (παθητική φωνή) «συμβουλεύομαι»
    1. ζητώ ή δέχομαι την γνώμη και την καθοδήγηση κάποιου άλλου, συνήθως πιο έμπειρου ή ειδικού, πριν πάρω μια απόφαση
      παράδειγμα Πριν πάρω την τελική μου απόφαση, συμβουλεύτηκα έναν έμπειρο δικηγόρο.
    2. ανατρέχω σε πηγή (έντυπη ή άλλη) για να αντλήσω πληροφορίες ή βοηθητικά στοιχεία
      παράδειγμα Για να βρω τη σωστή διαδρομή, συμβουλεύτηκα τον χάρτη.
       συνώνυμα: διαβάζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. συμβουλεύω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. συμβουλεύω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σῠμβουλεύω < συμ- + βουλεύω[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /syɱ.bu.lěu̯.ɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: σῠμβουλεύω

σῠμβουλεύω

  1. (ενεργητική φωνή)
    1. συμβουλεύω, παρέχω συμβουλή, παραινώ, ορμηνεύω
      λατινική: consulo alicui
    2. (με δοτική προσώπου και απαρέμφατο) παραινώ, προτρέπω κάποιον να κάνει κάτι
    3. (χωρίς απαρέμφατο) «συμβουλεύω τινί τι»
    4. «συμβουλεύω τι» συνιστώ, υποδεικνύω μέτρο, ρύθμιση
    5. «ὁ συμβουλεύων, ὁ συμβουλεύσας» σύμβουλος, εισηγητής, αυτός που παρέχει συμβουλές
      λατινική: auctor sententiae
  2. (μέση φωνή)
    1. συνδιασκέπτομαι με κάποιον, συμβουλεύομαι κάποιον
      λατινική: consulo aliquem
    2. (απόλυτο) παραινώ, συνιστώ, προτρέπω, παρέχω συμβουλή
  3. (παθητική φωνή)
    1. «τὰ συμβεβουλευμένα» συμβουλή που έχει παρασχεθεί
    2. (απόλυτο) παρέχω συμβουλή, παραινώ, συνιστώ

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

συμβουλεύω (αρχαία ελληνικά)

καθαρεύουσα: συμβουλεύω
νέα ελληνικά: συμβουλεύω

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.