συμβουλεύω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συμβουλεύω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα συμβουλεύω < αρχαία ελληνική συμβουλεύω (δίνω συμβουλή), συμβουλεύομαι (ζητώ την συμβουλή κάποιου) και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική consulter[1][2]. Συγχρονικά αναλύεται σε συμ- + βουλεύω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /siɱ.vuˈle.vo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : συμ‐βου‐λεύ‐ω
Ρήμα
[επεξεργασία]συμβουλεύω (μεταβατικό), αόρ.: συμβούλεψα/συνεβούλευσα(σπάνιο, λόγιο), παθ.φωνή: συμβουλεύομαι, μτχ.π.ε.: συμβουλευόμενος, π.αόρ.: συμβουλεύτηκα/συμβουλεύθηκα(λόγιο)
- διατυπώνω την γνώμη μου και καθοδηγώ κάποιον ως προς το πώς πρέπει να ενεργήσει, να συμπεριφερθεί ή να αντιμετωπίσει μια κατάσταση, συχνά παρακινώντας τον να ακολουθήσει την γνώμη αυτή
- (παθητική φωνή) «συμβουλεύομαι»
- ζητώ ή δέχομαι την γνώμη και την καθοδήγηση κάποιου άλλου, συνήθως πιο έμπειρου ή ειδικού, πριν πάρω μια απόφαση
Πριν πάρω την τελική μου απόφαση, συμβουλεύτηκα έναν έμπειρο δικηγόρο.
- ανατρέχω σε πηγή (έντυπη ή άλλη) για να αντλήσω πληροφορίες ή βοηθητικά στοιχεία
- ζητώ ή δέχομαι την γνώμη και την καθοδήγηση κάποιου άλλου, συνήθως πιο έμπειρου ή ειδικού, πριν πάρω μια απόφαση
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | συμβουλεύω | συμβούλευα | θα συμβουλεύω | να συμβουλεύω | συμβουλεύοντας | |
| β' ενικ. | συμβουλεύεις | συμβούλευες | θα συμβουλεύεις | να συμβουλεύεις | συμβούλευε | |
| γ' ενικ. | συμβουλεύει | συμβούλευε | θα συμβουλεύει | να συμβουλεύει | ||
| α' πληθ. | συμβουλεύουμε | συμβουλεύαμε | θα συμβουλεύουμε | να συμβουλεύουμε | ||
| β' πληθ. | συμβουλεύετε | συμβουλεύατε | θα συμβουλεύετε | να συμβουλεύετε | συμβουλεύετε | |
| γ' πληθ. | συμβουλεύουν(ε) | συμβούλευαν συμβουλεύαν(ε) |
θα συμβουλεύουν(ε) | να συμβουλεύουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | συμβούλεψα | θα συμβουλέψω | να συμβουλέψω | συμβουλέψει | ||
| β' ενικ. | συμβούλεψες | θα συμβουλέψεις | να συμβουλέψεις | συμβούλεψε | ||
| γ' ενικ. | συμβούλεψε | θα συμβουλέψει | να συμβουλέψει | |||
| α' πληθ. | συμβουλέψαμε | θα συμβουλέψουμε | να συμβουλέψουμε | |||
| β' πληθ. | συμβουλέψατε | θα συμβουλέψετε | να συμβουλέψετε | συμβουλέψτε | ||
| γ' πληθ. | συμβούλεψαν συμβουλέψαν(ε) |
θα συμβουλέψουν(ε) | να συμβουλέψουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω συμβουλέψει | είχα συμβουλέψει | θα έχω συμβουλέψει | να έχω συμβουλέψει | ||
| β' ενικ. | έχεις συμβουλέψει | είχες συμβουλέψει | θα έχεις συμβουλέψει | να έχεις συμβουλέψει | ||
| γ' ενικ. | έχει συμβουλέψει | είχε συμβουλέψει | θα έχει συμβουλέψει | να έχει συμβουλέψει | ||
| α' πληθ. | έχουμε συμβουλέψει | είχαμε συμβουλέψει | θα έχουμε συμβουλέψει | να έχουμε συμβουλέψει | ||
| β' πληθ. | έχετε συμβουλέψει | είχατε συμβουλέψει | θα έχετε συμβουλέψει | να έχετε συμβουλέψει | ||
| γ' πληθ. | έχουν συμβουλέψει | είχαν συμβουλέψει | θα έχουν συμβουλέψει | να έχουν συμβουλέψει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | συμβουλεύομαι | συμβουλευόμουν(α) | θα συμβουλεύομαι | να συμβουλεύομαι | συμβουλευόμενος | |
| β' ενικ. | συμβουλεύεσαι | συμβουλευόσουν(α) | θα συμβουλεύεσαι | να συμβουλεύεσαι | (συμβουλεύου) | |
| γ' ενικ. | συμβουλεύεται | συμβουλευόταν(ε) | θα συμβουλεύεται | να συμβουλεύεται | ||
| α' πληθ. | συμβουλευόμαστε | συμβουλευόμαστε συμβουλευόμασταν |
θα συμβουλευόμαστε | να συμβουλευόμαστε | ||
| β' πληθ. | συμβουλεύεστε | συμβουλευόσαστε συμβουλευόσασταν |
θα συμβουλεύεστε | να συμβουλεύεστε | (συμβουλεύεστε) | |
| γ' πληθ. | συμβουλεύονται | συμβουλεύονταν συμβουλευόντουσαν |
θα συμβουλεύονται | να συμβουλεύονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | συμβουλεύτηκα | θα συμβουλευτώ | να συμβουλευτώ | συμβουλευτεί | ||
| β' ενικ. | συμβουλεύτηκες | θα συμβουλευτείς | να συμβουλευτείς | συμβουλέψου | ||
| γ' ενικ. | συμβουλεύτηκε | θα συμβουλευτεί | να συμβουλευτεί | |||
| α' πληθ. | συμβουλευτήκαμε | θα συμβουλευτούμε | να συμβουλευτούμε | |||
| β' πληθ. | συμβουλευτήκατε | θα συμβουλευτείτε | να συμβουλευτείτε | συμβουλευτείτε | ||
| γ' πληθ. | συμβουλεύτηκαν συμβουλευτήκαν(ε) |
θα συμβουλευτούν(ε) | να συμβουλευτούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω συμβουλευτεί | είχα συμβουλευτεί | θα έχω συμβουλευτεί | να έχω συμβουλευτεί | συμβουλεμένος | |
| β' ενικ. | έχεις συμβουλευτεί | είχες συμβουλευτεί | θα έχεις συμβουλευτεί | να έχεις συμβουλευτεί | ||
| γ' ενικ. | έχει συμβουλευτεί | είχε συμβουλευτεί | θα έχει συμβουλευτεί | να έχει συμβουλευτεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε συμβουλευτεί | είχαμε συμβουλευτεί | θα έχουμε συμβουλευτεί | να έχουμε συμβουλευτεί | ||
| β' πληθ. | έχετε συμβουλευτεί | είχατε συμβουλευτεί | θα έχετε συμβουλευτεί | να έχετε συμβουλευτεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν συμβουλευτεί | είχαν συμβουλευτεί | θα έχουν συμβουλευτεί | να έχουν συμβουλευτεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] συμβουλεύω
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ συμβουλεύω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ συμβουλεύω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /syɱ.bu.lěu̯.ɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σῠμ‐βου‐λεύ‐ω
Ρήμα
[επεξεργασία]σῠμβουλεύω
- (ενεργητική φωνή)
- συμβουλεύω, παρέχω συμβουλή, παραινώ, ορμηνεύω
- (με δοτική προσώπου και απαρέμφατο) παραινώ, προτρέπω κάποιον να κάνει κάτι
- (χωρίς απαρέμφατο) «συμβουλεύω τινί τι»
- «συμβουλεύω τι» συνιστώ, υποδεικνύω μέτρο, ρύθμιση
- «ὁ συμβουλεύων, ὁ συμβουλεύσας» σύμβουλος, εισηγητής, αυτός που παρέχει συμβουλές
- (μέση φωνή)
- συνδιασκέπτομαι με κάποιον, συμβουλεύομαι κάποιον
- (απόλυτο) παραινώ, συνιστώ, προτρέπω, παρέχω συμβουλή
- (παθητική φωνή)
- «τὰ συμβεβουλευμένα» συμβουλή που έχει παρασχεθεί
- (απόλυτο) παρέχω συμβουλή, παραινώ, συνιστώ
Παράγωγα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Απόγονοι
[επεξεργασία]συμβουλεύω (αρχαία ελληνικά)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
Πηγές
[επεξεργασία]- συμβουλεύω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- συμβουλεύω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (καθαρεύουσα)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (καθαρεύουσα)
- Λέξεις με πρόθημα συμ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα συμ- (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)