βουλή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βουλή οι βουλές
      γενική της βουλής των βουλών
    αιτιατική τη βουλή τις βουλές
     κλητική βουλή βουλές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βουλή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βουλή (θέληση, απόφαση, γνώμη, συμβουλή)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βουλή θηλυκό

  1. (ιστορία) θεσμός της αρχαίας πόλης-κράτους· στην αθηναϊκή δημοκρατία αποτελούνταν από 500 αντιπροσώπους, 50 από κάθε φυλή, οι οποίοι εκλέγονταν με κλήρωση (η βουλή των πεντακοσίων)· συζητούσε προκαταρκτικά τις υποθέσεις της πόλης και εξέδιδε προβούλευμα
  2. (πολιτική) νομοθετικό σώμα στα σύγχρονα πολιτεύματα· είναι δυνατόν να διακρίνεται σε Άνω Βουλή (Γερουσία, Βουλή των Λόρδων στο Ηνωμένο Βασίλειο κλπ) και Κάτω Βουλή (Βουλή των Αντιπροσώπων στις ΗΠΑ, Βουλή των Κοινοτήτων στο Ηνωμένο Βασίλειο κ.λπ.)
  3. το κτηριο εντός του οποίου συνεδριάζει το ομώνυμο νομοθετικό σώμα
  4. θέληση, απόφαση, γνώμη

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βουλή αἱ βουλαί
      γενική τῆς βουλῆς τῶν βουλῶν
      δοτική τῇ βουλ ταῖς βουλαῖς
    αιτιατική τὴν βουλήν τὰς βουλᾱ́ς
     κλητική ! βουλή βουλαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βουλᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  βουλαῖν
1η κλίση, Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βουλή < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βουλή θηλυκό

Πηγές[επεξεργασία]