Μετάβαση στο περιεχόμενο

διαβούλευση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διαβούλευση οι διαβουλεύσεις
      γενική της διαβούλευσης* των διαβουλεύσεων
    αιτιατική τη διαβούλευση τις διαβουλεύσεις
     κλητική διαβούλευση διαβουλεύσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, διαβουλεύσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διαβούλευση μαρτυρείται από το 1782 στον πληθυντικό αριθμό (διαβουλεύσεις[1] < διαβούλευσις) < απόδοση για τη γαλλική consultation(s)[2]. Μορφολογικά αναλύεται σε δια- + βουλεύ(ομαι) + -ση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διαβούλευση θηλυκό

  1. (λόγιο) συμμετοχή σε συζήτηση με άλλους και ανταλλαγή απόψεων
     συνώνυμα: σύσκεψη, διάσκεψη, μίτινγκ, συνάντηση, σύνοδος, συνεδρίαση, συνδιάσκεψη, συμπόσιο
  2. (λόγιο) συζήτηση με τη βοήθεια τεχνολογίας όπου οι απόντες μπορούν και συμμετέχουν με την «ηλεκτρονική τους παρουσία», η οποία μπορεί να λάβει χαρακτήρα, μετάδοσης εικόνας και ήχου ή μονάχα ήχου με τη συνοδεία εικόνας, ολογράμματος ή συμμετοχής σε φόρουμ
     συνώνυμα: τηλεδιάσκεψη, τηλεσυνδιάσκεψη
  3. (λόγιο) συζήτηση με αντικείμενο τη διαπραγμάτευση κάποιων ζητημάτων
      Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών με τίτλο... (ανακτήθηκε από το opengov.gr, 4/10/2025)
     συνώνυμα: διαπραγμάτευση
  4. μηχανορραφία
     συνώνυμα: σκευωρία, συνωμοσία, πλεκτάνη, ίντριγκα, ραδιουργία, δολοπλοκία

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. διαβουλεύσεις, σελ.276, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
  2. διαβούλευση - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.