συνδιάσκεψη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνδιάσκεψη συνδιασκέψεις
γενική συνδιάσκεψης
& συνδιασκέψεως
συνδιασκέψεων
αιτιατική συνδιάσκεψη συνδιασκέψεις
κλητική συνδιάσκεψη συνδιασκέψεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνδιάσκεψη < μεσαιωνική ελληνική συνδιάσκεψις < ελληνιστική κοινή συνδιασκέπτομαι < διασκέπτομαι < αρχαία ελληνική σκέπτομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνδιάσκεψη θηλυκό

  • η διάσκεψη διαφόρων πολιτικών ή διπλωματών για τη συζήτηση διακρατικών ή διεθνών ζητημάτων

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]