σκέπτομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκέπτομαι < αρχαία ελληνική σκέπτομαι < πρωτοελληνική *sképťomai < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *skep-ye- < (από μετάθεση) *speḱ- (βλέπω, παρατηρώ)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σκέπτομαι




Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας σκέπτομαι
Παρατατικός ἐσκεπτόμην
Μέλλοντας σκέψομαι
Αόριστος ἐσκεψάμην
Παρακείμενος ἔσκεμμαι
Υπερσυντέλικος ἐσκέμμην
Συντελ.Μέλλ.


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκέπτομαι < πρωτοελληνική *sképťomai < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *skep-ye- < (από μετάθεση) *speḱ- (βλέπω, παρατηρώ)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σκέπτομαι

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Στους Αττικούς συγγραφείς ο Ενεστώτας και ο Παρατατικός αντικαθίστανται από το σκοπέω, ῶ και σκοπέομαι, οῦμαι