σκοπός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκοπός σκοποί
γενική σκοπού σκοπών
αιτιατική σκοπό σκοπούς
κλητική σκοπέ σκοποί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκοπός < αρχαία ελληνική σκοπός < σκέπτομαι < πρωτοελληνική *sképťomai < ινδοευρωπαϊκή *skep-ye- < (από μετάθεση) *speḱ- (βλέπω, παρατηρώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκοπός αρσενικό

  1. αναγνωρισμένη επιθυμητή κατάσταση, στόχος
  2. φρουρός, φύλακας, κάποιος που κάνει σκοπιά στο στρατό ή αλλού
  3. η μελωδία τραγουδιού (απόδοση στα ελληνικά του motivo και motif, δηλ. των αντίστοιχων μουσικών όρων στα ιταλικά και γαλλικά)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ο σκοπός αγιάζει τα μέσα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]