φύλακας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φύλακας οι φύλακες
      γενική του φύλακα των φυλάκων
    αιτιατική τον φύλακα τους φύλακες
     κλητική φύλακα φύλακες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φύλακας < αρχαία ελληνική φύλαξ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈfi.la.kas/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φύλακας αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που φυλάσσει, που επιτηρεί κάτι φροντίζοντας για την ασφάλειά του ή την ακεραιότητά του ή την καλή λειτουργία του κ.λπ.
    φύλακας άγγελος
  2. υπάλληλος που έχει ως έργο του τη φύλαξη ενός χώρου
    ο φύλακας του σχολείου
  3. σωφρονιστικός υπάλληλος, υπεύθυνος για τη φύλαξη των κρατουμένων σε μια φυλακή

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]