φυλάκιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φυλάκιο φυλάκια
γενική φυλακίου φυλακίων
αιτιατική φυλάκιο φυλάκια
κλητική φυλάκιο φυλάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυλάκιο < φυλάκιον < φυλάσσω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φυλάκιο ουδέτερο

  1. οίκημα προορισμένο για τη στέγαση ενός μικρού αριθμού στρατιωτών οι οποίοι έχουν την αποστολή της φύλαξης της περιοχής.
  2. μικρών διαστάσεων κτίσμα προορισμένο για την προσωρινή παραμονή σε αυτό ενός φρουρού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]