φυλάκιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | φυλάκιο | τα | φυλάκια |
| γενική | του | φυλακίου & φυλάκιου |
των | φυλακίων |
| αιτιατική | το | φυλάκιο | τα | φυλάκια |
| κλητική | φυλάκιο | φυλάκια | ||
| Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φυλάκιο < ελληνιστική κοινή φυλάκιον < αρχαία ελληνική φυλάσσω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φυλάκιο ουδέτερο
- οίκημα προορισμένο για τη στέγαση ενός μικρού αριθμού στρατιωτών, οι οποίοι έχουν την αποστολή της φύλαξης της περιοχής
- ※ Η καστροπολιτεία του Γερακίου είναι στην ενδοχώρα της επαρχίας Μονεμβασίας, ενώ το οχυρό της Ζαραφώνας αποτελεί συνοριακό φυλάκιο, δορυφορικό του σαφώς σημαντικότερου Γερακίου. […] Η Καστάνιτσα ήταν οχυρωμένη καστροπολιτεία με κάστρο και πύργο που ανάγεται στην εποχή του Δεσποτάτου και χτίστηκε από τους Βυζαντινούς ήδη από τον 14ο αιώνα.
- Νίκας Γιώργος. Υστεροβυζαντινό οχυρό στη Καλλιθέα (Ζαραφώνα), Λακωνίας, [διπλωματική εργασία], Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Αθήνα 2017.
- ※ Η καστροπολιτεία του Γερακίου είναι στην ενδοχώρα της επαρχίας Μονεμβασίας, ενώ το οχυρό της Ζαραφώνας αποτελεί συνοριακό φυλάκιο, δορυφορικό του σαφώς σημαντικότερου Γερακίου. […] Η Καστάνιτσα ήταν οχυρωμένη καστροπολιτεία με κάστρο και πύργο που ανάγεται στην εποχή του Δεσποτάτου και χτίστηκε από τους Βυζαντινούς ήδη από τον 14ο αιώνα.
- μικρών διαστάσεων κτίσμα προορισμένο για την προσωρινή παραμονή σε αυτό ενός φρουρού
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη φυλάσσω
Σύνθετα
[επεξεργασία]- αρτοφυλάκιο
- αρχειοφυλάκιο
- βιβλιοφυλάκιο
- γαζοφυλάκιο
- θησαυροφυλάκιο
- ιεροφυλάκιο
- ιματιοφυλάκιο
- οπλοφυλάκιο
- οστεοφυλάκιο
- πυροφυλάκιο
- σκευοφυλάκιο
- χαρτοφυλάκιο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φυλάκιο
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)