φυλάσσω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυλάσσω < αρχαία ελληνική φυλάσσω < προελληνικό *pʰulakyō

Ρήμα[επεξεργασία]

φυλάσσω (παθητική φωνή: φυλάσσομαι)

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]