φύλαξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φύλαξ < αρχαία ελληνική φύλαξ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φύλαξ αρσενικό



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική φύλαξ φύλακε φύλακες
Γενική φύλακος φυλάκοιν φυλάκων
Δοτική φύλακι φυλάκοιν φύλαξι(ν)
Αιτιατική φύλακα φύλακε φύλακας
Κλητική φύλαξ φύλακε φύλακες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φύλαξ < φυλάττω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φύλαξ αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]