φυλαγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική φυλαγμένος φυλαγμένη φυλαγμένο
γενική φυλαγμένου φυλαγμένης φυλαγμένου
αιτιατική φυλαγμένο φυλαγμένη φυλαγμένο
κλητική φυλαγμένε φυλαγμένη φυλαγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φυλαγμένοι φυλαγμένες φυλαγμένα
γενική φυλαγμένων φυλαγμένων φυλαγμένων
αιτιατική φυλαγμένους φυλαγμένες φυλαγμένα
κλητική φυλαγμένοι φυλαγμένες φυλαγμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φυλαγμένος < μετοχή παρακειμένου του ρήματος φυλάγομαι < φυλάγω < μεσαιωνικό φυλάγω < αρχαία ελληνική φυλάττω και φυλάσσω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

φυλαγμένος, η, ο

  1. που αποθηκεύεται
    Ψάχνω το κοκκινο πουλόβερ αλλά δεν θυμάμαι που το έχω φυλαγμένο
  2. που κάπου φυλάσσεται καλά
    Το είχαν επτασφράγιστο, καλά φυλαγμένο μυστικό
  3. που είναι προφυλαγμένος, παίρνει προληπτικά μέτρα, προσέχει για ένα ενδεχόμενο κακό
    Δεν είσαι καλά φυλαγμένος και θα μου κρυώσεις, βάλε ένα κασκόλ.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]