αποθηκεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποθηκεύω < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποθηκεύω

  1. τοποθετώ, βάζω κάτι σε αποθήκη για μελλοντική χρήση
  2. (συνεκδοχικά) συσσωρεύω, συγκεντρώνω, μαζεύω κάτι
  3. (πληροφορική) καταγράφω ένα αρχείο στον σκληρό δίσκο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]