χρήση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρήση χρήσεις
γενική χρήσης
& χρήσεως
χρήσεων
αιτιατική χρήση χρήσεις
κλητική χρήση χρήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρήση < αρχαία ελληνική χρῆσις < χρῶμαι < χρή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρήση θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • μίας χρήσης: που προορίζεται για μία ή λίγες χρήσεις μετά από τις οποίες θα πεταχτεί, όπως πχ. τα ξυραφάκια μιας χρήσης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]