use
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| use | uses |
use (en)
- (μη μετρήσιμο, ενικός) η χρήση, το να χρησιμοποιώ κάτι
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η χρήση, σκοπός για τον οποίο χρησιμοποιείται κάτι· τρόπος με τον οποίο κάτι χρησιμοποιείται ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί
a tool with many uses - εργαλείο με πολλές χρήσεις
The medicine is for external use.
- Το φάρμακο είναι για εξωτερική χρήση.
- η σημασία, μια συγκεκριμένη λέξη ή φράση, που χρησιμοποιείται με συγκεκριμένη σημασία
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | use |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | uses |
| αόριστος | used |
| παθητική μετοχή | used |
| ενεργητική μετοχή | using |
use (en)