μεταχειρίζομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μεταχειρίζομαι < αρχαία ελληνική μεταχειρίζομαι, παθητική φωνή του ρήματος μεταχειρίζω < μετά + χειρίζω < χείρ
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /me.ta.çiˈɾi.zo.me/
Ρήμα
[επεξεργασία]μεταχειρίζομαι (αποθετικό ρήμα)
- χρησιμοποιώ
- ※ Οι όροι που μεταχειρίστηκα είναι οι πλιότεροι δικοί μου και μερικοί του Ψυχάρη, που έφκολα ξεχωρίζουνται, γιατί εκείνος εδώ κι εκεί έχει πια τυπωμένους τους δικούς του. (Μενέλαος Φιλήντας, Γραμματική της Ρωμαιϊκής γλώσσας, τόμος 1, 1907, σελ. 12 )
- συμπεριφέρομαι κάπως προς κάποιον
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αμεταχείριστος
- ευκολομεταχείριστος
- ευμεταχείριστος
- κακομεταχειρίζομαι
- κακομεταχείριση
- μεταχείριση
- μεταχειρισμένος
- → δείτε τις λέξεις μετά, χειρίζομαι και χέρι
Κλίση
[επεξεργασία] Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | μεταχειρίζομαι | μεταχειριζόμουν(α) | θα μεταχειρίζομαι | να μεταχειρίζομαι | ||
| β' ενικ. | μεταχειρίζεσαι | μεταχειριζόσουν(α) | θα μεταχειρίζεσαι | να μεταχειρίζεσαι | (μεταχειρίζου) | |
| γ' ενικ. | μεταχειρίζεται | μεταχειριζόταν(ε) | θα μεταχειρίζεται | να μεταχειρίζεται | ||
| α' πληθ. | μεταχειριζόμαστε | μεταχειριζόμαστε μεταχειριζόμασταν |
θα μεταχειριζόμαστε | να μεταχειριζόμαστε | ||
| β' πληθ. | μεταχειρίζεστε | μεταχειριζόσαστε μεταχειριζόσασταν |
θα μεταχειρίζεστε | να μεταχειρίζεστε | (μεταχειρίζεστε) | |
| γ' πληθ. | μεταχειρίζονται | μεταχειρίζονταν μεταχειριζόντουσαν |
θα μεταχειρίζονται | να μεταχειρίζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | μεταχειρίστηκα | θα μεταχειριστώ | να μεταχειριστώ | μεταχειριστεί | ||
| β' ενικ. | μεταχειρίστηκες | θα μεταχειριστείς | να μεταχειριστείς | μεταχειρίσου | ||
| γ' ενικ. | μεταχειρίστηκε | θα μεταχειριστεί | να μεταχειριστεί | |||
| α' πληθ. | μεταχειριστήκαμε | θα μεταχειριστούμε | να μεταχειριστούμε | |||
| β' πληθ. | μεταχειριστήκατε | θα μεταχειριστείτε | να μεταχειριστείτε | μεταχειριστείτε | ||
| γ' πληθ. | μεταχειρίστηκαν μεταχειριστήκαν(ε) |
θα μεταχειριστούν(ε) | να μεταχειριστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω μεταχειριστεί | είχα μεταχειριστεί | θα έχω μεταχειριστεί | να έχω μεταχειριστεί | μεταχειρισμένος | |
| β' ενικ. | έχεις μεταχειριστεί | είχες μεταχειριστεί | θα έχεις μεταχειριστεί | να έχεις μεταχειριστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει μεταχειριστεί | είχε μεταχειριστεί | θα έχει μεταχειριστεί | να έχει μεταχειριστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε μεταχειριστεί | είχαμε μεταχειριστεί | θα έχουμε μεταχειριστεί | να έχουμε μεταχειριστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε μεταχειριστεί | είχατε μεταχειριστεί | θα έχετε μεταχειριστεί | να έχετε μεταχειριστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν μεταχειριστεί | είχαν μεταχειριστεί | θα έχουν μεταχειριστεί | να έχουν μεταχειριστεί | ||