Μετάβαση στο περιεχόμενο

μεταχειρίζομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μεταχειρίζομαι < αρχαία ελληνική μεταχειρίζομαι, παθητική φωνή του ρήματος μεταχειρίζω < μετά + χειρίζω < χείρ

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /me.ta.çiˈɾi.zo.me/

μεταχειρίζομαι (αποθετικό ρήμα)

  1. χρησιμοποιώ
      Οι όροι που μεταχειρίστηκα είναι οι πλιότεροι δικοί μου και μερικοί του Ψυχάρη, που έφκολα ξεχωρίζουνται, γιατί εκείνος εδώ κι εκεί έχει πια τυπωμένους τους δικούς του. (Μενέλαος Φιλήντας, Γραμματική της Ρωμαιϊκής γλώσσας, τόμος 1, 1907, σελ. 12 )
  2. συμπεριφέρομαι κάπως προς κάποιον

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]