χέρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χέρι χέρια
γενική χεριού χεριών
αιτιατική χέρι χέρια
κλητική χέρι χέρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χέρι < μεταγενέστερη ελληνική χέριον < αρχαία ελληνική χείρ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈçɛ.ɾi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αριστερό ανθρώπινο χέρι

χέρι ουδέτερο

  1. το καθένα από τα δύο άνω άκρα του ανθρώπινου σώματος, από τον ώμο μέχρι τις άκρες των δαχτύλων. Ειδικότερα, εννοείται το τμήμα από τον καρπό ως τις άκρες των δαχτύλων
  2. (κατ’ επέκταση) τα μπροστινά άκρα κάποιων ζώων
  3. (συνεκδοχικά) η αγκαλιά
  4. (συνεκδοχικά) ο εργάτης, κάποιος που προσφέρει την εργασία του
    χρειαζόμαστε κι άλλα χέρια για να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (από) δεύτερο χέρι : για κάτι μεταχειρισμένο
  • (από) πρώτο χέρι : από την πηγή
  • (από) χέρι σε χέρι : δίνοντας ο ένας στον άλλο, σε μια αλυσίδα ανθρώπων
  • βάζω/δίνω ένα χέρι (βοήθειας) ή βάζω/δίνω ένα χεράκι : προσφέρω βοήθεια
  • βάζω χέρι (σε κάποιον): κάνω σε κάποιον παρατήρηση, επιτιμώ καποιον
  • βάζω χέρι σε κάποιαν: κάνω άσεμνες χειρονομίες, αγγίζω σεξουαλικά κάποιαν χωρίς τη συγκατάθεσή της
  • βάζω το χέρι μου στο ευαγγέλιο / στη φωτιά : έχω απόλυτη βεβαιότητα για ό,τι λέω, ορκίζομαι
  • βαρύ χέρι : για κάποιον που έχει μεγάλη δύναμη, όταν χτυπάει κάποιον άλλο
  • γεια στα χέρια σου! : έκφραση ικανοποίησης
  • δε μου κοβόταν καλύτερα το χέρι : έκφραση απογοήτευσης για κάτι που έκανα και το μετάνιωσα
  • δένω τα χέρια κάποιου : περιορίζω τις ενέργειες κάποιου, τη δυνατότητά του να ενεργήσει όπως θέλει
  • δώσαμε/σφίξαμε τα χέρια : τα "βρήκαμε", συμφιλιωθήκαμε, συμφωνήσαμε πάνω σε κάτι
  • γλιτώνω από τα χέρια κάποιου : ξεφεύγω από την εξουσία κάποιου
  • ελαφρύ χέρι : ανεπαίσθητο άγγιγμα
  • έρχομαι στα χέρια : τσακώνομαι
  • έχω μόνο δύο χέρια! : σε περιπτώσεις που κάποιος δεν προλαβαίνει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που έχουν οι άλλοι από αυτόν
  • έχω το πάνω χέρι : έχω τον έλεγχο μιας κατάστασης
  • ζητώ το χέρι : κάνω πρόταση γάμου
  • κάθομαι με σταυρωμένα χέρια : μένω άπρακτος
  • κάλλιο πέντε και στο χέρι, παρά δέκα και καρτέρει : είναι προτιμότερη η μικρή αλλά σίγουρη ασφάλεια παρά η μεγαλύτερη αλλά αβέβαιη
  • κάτω / κοντά τα χέρια σου! : μη με αγγίζεις!
  • λύνω τα χέρια κάποιου : βγάζω κάποιον από δύσκολη θέση
  • μακρύ χέρι : η τάση κάποιου να κλέβει
  • με το σταυρό στο χέρι : με εντιμότητα, τίμια
  • (με) το χέρι στην καρδιά : με ειλικρίνεια
  • παίρνω κάποιον από το χέρι : καθοδηγώ
  • πέφτω στα χέρια κάποιου : υποδουλώνομαι, κυριεύομαι, βρίσκομαι υπό την εξουσία κάποιου
  • πιάνουν τα χέρια μου : είμαι επιδέξιος
  • σηκώνω στα χέρια (κάποιον) : για πανηγυρισμό
  • σηκώνω τα χέρια (ψηλά) : παραιτούμαι από τις προσπάθειές μου
  • το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο το πρόσωπο: για κοινά συμφέροντα οι άνθρωποι βοηθούν ο ένας τον άλλο
  • του τραβάω ένα ξύλο, του τραβάω ένα γερό χέρι ξύλοβλέπε έκφραση: σπάω στο ξύλο
  • χέρι-χεράκι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]