Μετάβαση στο περιεχόμενο

χερουλάς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χερουλάς οι χερουλάδες
      γενική του χερουλά των χερουλάδων
    αιτιατική τον χερουλά τους χερουλάδες
     κλητική χερουλά χερουλάδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χερουλάς < χερούλ(ι) + -άς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χερουλάς αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • εφημ. “Πρωΐα” (χ.χ.έ.), Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης: ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν. Έκδοσις δευτέρα επαυξημένη. 2 τόμ. με ενιαία σελιδαρίθμηση. Βραβείον Ακαδημίας Αθηνών. Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος Πέτρου Δημητράκου, σελ. 2604.