χερούλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Χερούλι πόρτας
Τηγάνι με μαύρο χερούλι
Πλαστικός κουβάς με χερούλι


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χερούλι τα χερούλια
      γενική του χερουλιού των χερουλιών
    αιτιατική το χερούλι τα χερούλια
     κλητική χερούλι χερούλια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χερούλι < μεσαιωνική ελληνική χερούλι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χερούλι ουδέτερο

  1. τμήμα αντικειμένου που προεξέχει και διευκολύνει το πιάσιμο αλλά δεν αποτελεί ομοιόμορφη, με το υπόλοιπο αντικείμενο, προέκταση
    έφυγε το χερούλι της βαλίτσας

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]