handle

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈhæn.dl/ (ΗΠΑ)
 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
handle handles

handle (en)

  1. η χειρολαβή, το χερούλι, η λαβή
  2. (πληροφορική) το username, το όνομα χρήστη
     συνώνυμα: login name

Συγγενικά[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας handle
γ΄ ενικό ενεστώτα handles
αόριστος handled
παθητική μετοχή handled
ενεργητική μετοχή handling

handle (en)

  1. (μεταβατικό) χειρίζομαι, καταπιάνομαι με, ενεργώ έτσι ώστε να γίνει κάτι σωστά ή να εξελιχθεί ομαλά, σύμφωνα με τις επιδιώξεις μου
    I don’t know how to handle it.
    Δεν ξέρω πώς να το χειριστώ.
    We must handle this problem very carefully.
    Πρέπει να καταπιαστούμε πολύ προσεχτικά με αυτό το πρόβλημα.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη deal with
  2. χειρίζομαι

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]