manche

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Manche

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
manche manches

manche (fr) αρσενικό

  1. λαβή, στύλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
manche manches

manche (fr) θηλυκό

  1. το μανίκι
    lève tes manches avant de te mettre au boulot !
    σήκωσε τα μανίκια σου προτού αρχίσεις τη δουλειά!