στύλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : στῦλος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στύλος στύλοι
γενική στύλου στύλων
αιτιατική στύλο στύλους
κλητική στύλε στύλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

1, 2, 4 στύλος < αρχαία ελληνική στῦλος < σταμαι
3 στύλος < γαλλική style < λατινική stilus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *steyg-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στύλος αρσενικό

  1. μακρύ και στενό αντικείμενο, κυλινδρικό ή ορθογώνιο, που στην κορυφή του στηρίζει κάτι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κολόνα, κίονας
  2. (μεταφορικά) στήριγμα
  3. (βοτανική) ένα μέρος από τον ύπερο του άνθους
  4. (ανατομία) ...

32πχ Μεταφράσεις[]