στύλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: στῦλος, στήλη

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο στύλος οι στύλοι
      γενική του στύλου των στύλων
    αιτιατική τον στύλο τους στύλους
     κλητική στύλε στύλοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

1, 2, 4 στύλος < αρχαία ελληνική στῦλος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sth₂-u-lo- «πάσσαλος, στύλος» < *steh₂- «στέκομαι».[1]
3 στύλος < γαλλική style < λατινική stilus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *steyg-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στύλος αρσενικό

  1. μακρύ και στενό αντικείμενο, κυλινδρικό ή ορθογώνιο, που στην κορυφή του στηρίζει κάτι
     συνώνυμα: κολόνα, δοκός
  2. (μεταφορικά) στήριγμα
  3. (βοτανική) ένα μέρος από τον ύπερο του άνθους
  4. (ανατομία) ...

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Robert S. P. Beekes, Etymological Dictionary of Greek, Brill, Λέιντεν – Βοστώνη, 2010, τ. Β΄, σελ. 1417.