στῦλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : στύλος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική στῦλος στύλω στῦλοι
Γενική στύλου στύλοιν στύλων
Δοτική στύλ στύλοιν στύλοις
Αιτιατική στῦλον στύλω στύλους
Κλητική στῦλε στύλω στῦλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στῦλος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sth₂-u-lo- «πάσσαλος, στύλος» < *steh₂- «στέκομαι». Συγγενές με το σανσκριτικά sthū́ṇā «στύλος, στυλοβάτης» και το αβεστικά stūna-, stunā «ίδιος».[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στῦλος αρσενικό

  1. κίονας
  2. ξύλινος πάσσαλος
  3. εργαλείο χάραξης (γραφής) πάνω σε πινακίδες με κερί

Υποκοριστικά[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Αναφορές [επεξεργασία]

  1. Robert S. P. Beekes, Etymological Dictionary of Greek, Brill, Λέιντεν – Βοστώνη, 2010, τ. Β΄, σελ. 1417.