στοά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Στοά

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στοά στοές
γενική στοάς στοών
αιτιατική στοά στοές
κλητική στοά στοές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στοά < αρχαία ελληνική στοά

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /stɔ.ˈa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στοά θηλυκό

  1. ημιυπαίθριος στεγασμένος χώρος με κίονες (βλέπε και προστώο)
  2. επίμηκες κτήριο, του οποίου η μία μακρά πλευρά διατρέχεται εξωτερικά από κίονες διαμορφώνοντας έναν επιμήκη ανοιχτό στεγασμένο χώρο
  3. ευρύς διάδρομος στο ισόγειο κτηρίου με καταστήματα στις δύο πλευρές του
  4. σήραγγα (π.χ. σε ορυχείο)

32πχ Μεταφράσεις[]