σήραγγα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σήραγγα οι σήραγγες
      γενική της σήραγγας των σηράγγων
    αιτιατική τη σήραγγα τις σήραγγες
     κλητική σήραγγα σήραγγες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σήραγγα < αρχαία ελληνική σῆραγξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σήραγγα θηλυκό

Μία σήραγγα στο Βούπερταλ
  • υπόγειος δρόμος, διάβαση που επιτρέπει να διασχίσει κανείς ένα βουνό, έναν λόφο ή ακόμα να περάσει κάτω από ένα ποτάμι.

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]