Μετάβαση στο περιεχόμενο

portique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
portique portiques

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

portique < λατινική porticus

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɔʁ.tik/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

portique (fr) αρσενικό