lodge

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
lodge lodges

lodge (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας lodge
γ΄ ενικό ενεστώτα lodges
αόριστος lodged
παθητική μετοχή lodged
ενεργητική μετοχή lodging

lodge (en)

  • στεγάζω
    We can’t lodge all these people.
    Δε μπορούμε να στεγάσουμε όλον αυτόν τον κόσμο.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη shelter