υποβάλλω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποβάλλω < αρχαία ελληνική ὑποβάλλω < ὑπό + βάλλω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

υποβάλλω

  1. καταθέτω ένα έγγραφο σε ανώτερη αρχή
    υποβάλλω μία πρόταση, αίτηση, αναφορά
  2. αναγκάζω κάποιον να υποστεί κάτι
    τον υπέβαλαν σε φοβερά βασανιστήρια
  3. σχηματίζω στον ψυχικό κόσμο κάποιου μια ιδέα ή εντύπωση με έμμεσο τρόπο
    ο συγγραφέας υποβάλλει την εντύπωση ...
  4. καθηλώνω κάποιον με ένα έργο τέχνης
    με υποβάλλει αυτή η μουσική

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]