υποβάλλω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υποβάλλω < αρχαία ελληνική ὑποβάλλω < ὑπό + βάλλω
Ρήμα
[επεξεργασία]υποβάλλω
- καταθέτω ένα έγγραφο σε ανώτερη αρχή
- υποβάλλω μία πρόταση, αίτηση, αναφορά
- ※ Στις περιπτώσεις αυτές παραχωρείται άδεια διαμονής μισθωτού ή αυτοεργοδοτούμενου. Οι αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού σφραγίζονται από το Τμήμα Εργασίας. Το 2004 υποβλήθηκαν 5.292 αιτήσεις για άδεια διαμονής μισθωτού, κυρίως από Έλληνες ( 1.796 ) , Πολωνούς ( 1.131 ) και ... (Ετήσια Έκθεσις γραφείου δημοσίων πληροφοριών δια το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Κύπρος, 2004, σελ. 127)
- αναγκάζω κάποιον να υποστεί κάτι
- τον υπέβαλαν σε φοβερά βασανιστήρια
- σχηματίζω στον ψυχικό κόσμο κάποιου μια ιδέα ή εντύπωση με έμμεσο τρόπο
- ο συγγραφέας υποβάλλει την εντύπωση ...
- καθηλώνω κάποιον με ένα έργο τέχνης
- με υποβάλλει αυτή η μουσική