submit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας submit
γ΄ ενικό ενεστώτα submits
αόριστος submitted
παθητική μετοχή submitted
ενεργητική μετοχή submitting

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

submit (en)

  1. υποτάσσω, υποτάσσομαι
  2. υποβάλλω (αίτηση, έγγραφα)