submit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας submit
γ΄ ενικό ενεστώτα submits
αόριστος submitted
παθητική μετοχή submitted
ενεργητική μετοχή submitting

Ρήμα[επεξεργασία]

submit (en)

  1. υποτάσσω, υποτάσσομαι
  2. υποβάλλω (αίτηση, έγγραφα)