καθηλώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθηλώνω < ελληνιστική κοινή καθηλῶ < κατά (καθ-) + ἧλος (καρφώνω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καθηλώνω, πρτ.: καθήλωνα, στ.μέλλ.: θα καθηλώσω, αόρ.: καθήλωσα, παθ.φωνή: καθηλώνομαι, μτχ.π.π.: καθηλωμένος

  1. με τις ενέργειές μου αναγκάζω κάποιον να μένει σχετικά ακίνητος ή να κινείται σε πολύ περιορισμένο χώρο
    οι ισχυροί άνεμοι καθήλωσαν τα αεροπλάνα στο έδαφος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]