καθήλωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καθήλωση οι καθηλώσεις
      γενική της καθήλωσης
& καθηλώσεως
των καθηλώσεων
    αιτιατική την καθήλωση τις καθηλώσεις
     κλητική καθήλωση καθηλώσεις
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθήλωση < ελληνιστική κοινή καθήλωσις (κάρφωμα) < καθηλώνω < κατά + ἧλος (καρφί)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καθήλωση θηλυκό

  1. ο (εκούσιος ή ακούσιος) εξαναγκασμός σε ακινησία
     συνώνυμα: ακινητοποίηση
  2. η παρεμπόδιση
  3. ο περιορισμός σε χαμηλά επίπεδα και η παρεμπόδιση της περαιτέρω εξέλιξης ή ανέλιξης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]