ακινησία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακινησία ακινησίες
γενική ακινησίας ακινησιών
αιτιατική ακινησία ακινησίες
κλητική ακινησία ακινησίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακινησία < από το αρχαίο ἀκινησία. < Από το ἀκίνητος.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακινησία θηλυκό

  • Η πλήρης, ή σχεδόν πλήρης, απώλεια κίνησης.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ:ο πληθυντικός είναι σπάνιος, πχ. "καταγράφηκαν 2.100 ακινησίες οχημάτων"

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]