ακινητοποιώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακινητοποιώ < ακίνητος + ποιώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ακινητοποιώ

  1. καθιστώ ακίνητο
    η αστυνομία ακινητοποίησε το ύποπτο όχημα

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]