ακινητοποιώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακινητοποιώ < ακίνητος + ποιώ

Ρήμα[επεξεργασία]

ακινητοποιώ

  1. καθιστώ ακίνητο
    η αστυνομία ακινητοποίησε το ύποπτο όχημα

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]