ποιώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποιώ < ποιέω-ποιῶ Φτιάχνω κάτι από το μηδέν ,το φέρνω στην ύπαρξη με την σκέψη μου .Στην Γέννεση χρησιμοποιήται η λέξη "εποίησεν" ο ΘΕΟΣ ,έφερε τα πάντα σε ύπαρξη στην ζωή, τον κόσμο ,τον άνθρωπο από το "μηδέν"

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ποιώ (παθητικό : ποιούμαι)

  1. κατασκευάζω, δημιουργώ, κάνω κάτι, εκτελώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Arrows blue.png Δείτε επίσης : ποιέω, ποιούμαι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]