εκτελώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκτελώ < αρχαία ελληνική ἐκτελῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εκτελώ

  1. επιτελώ, πραγματοποιώ
    Πρέπει να εκτελέσεις τη διαταγή μου, πρέπει δηλαδή να φθάσεις στο Δυρράχιο. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
  2. θανατώνω κάποιον καταδικασμένο σε θάνατο
  3. (πληροφορική) για πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή, όταν το θέτω σε κατάσταση λειτουργίας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]