run

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

run 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

run (en)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

run (en)

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • run low (of): να σου έχουν μείνει ελάχιστα αποθέματα από κάτι.
  • run out (of): να έχεις ξεμείνει από αποθέματα.