run

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

run 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
run runs

run (en)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας run
γ΄ ενικό ενεστώτα runs
αόριστος ran
παθητική μετοχή run
ενεργητική μετοχή running
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

run (en)

  1. τρέχω
  2. (πληροφορική) εκτελώ πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή
     συνώνυμα: start, launch, execute, open, (ανεπίσημο) fire up

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • run low (of): να σου έχουν μείνει ελάχιστα αποθέματα από κάτι.
  • run out (of): να έχεις ξεμείνει από αποθέματα.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]