διατρέχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Δια + τρέχω

Σημαίνει : οργανώνω ,διαπαιρνώ Π.χ. : διατρεχω σοβαρό κίνδυνο