χρονικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | χρονικός | η | χρονική | το | χρονικό |
| γενική | του | χρονικού | της | χρονικής | του | χρονικού |
| αιτιατική | τον | χρονικό | τη | χρονική | το | χρονικό |
| κλητική | χρονικέ | χρονική | χρονικό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | χρονικοί | οι | χρονικές | τα | χρονικά |
| γενική | των | χρονικών | των | χρονικών | των | χρονικών |
| αιτιατική | τους | χρονικούς | τις | χρονικές | τα | χρονικά |
| κλητική | χρονικοί | χρονικές | χρονικά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χρονικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χρονικός < αρχαία ελληνική χρόν(ος) + -ικός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /xɾo.niˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χρο‐νι‐κός
- ομόηχο: χρονικώς
Επίθετο
[επεξεργασία]χρονικός, -ή, -ό
- που αφορά στο χρόνο
χρονικό διάστημα- ※ Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπεδο τη διαφορετική της χρονική αίσθηση. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
- (γραμματική) που εκφράζει χρόνο
χρονική αύξηση
χρονική πρόταση
χρονικό επίρρημα, χρονικός σύνδεσμος
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη χρόνος
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χρονικός
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]χρονικός < αρχαία ελληνική χρον(ος) + -ικός
Επίθετο
[επεξεργασία]χρονικός, -ή, -όν (ελληνιστική κοινή)
- ο σχετικός με το χρόνο
- (γραμματική) χρονικός, που εκφράζει χρόνο
- (φιλολογία) για χρονικά, χρονογραφίες
χρονικά βιβλία, αἱ χρονικαί (εννοείται: γραφαί)
Παράγωγα
[επεξεργασία]- χρονικῶς (επίρρημα)
Πηγές
[επεξεργασία]- χρονικός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- χρονικός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Δημιουργία λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με επίθημα -ικός (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Επίθετα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Γραμματική (ελληνιστική κοινή)
- Φιλολογία (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)