time

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /taɪm/
ομόηχο: thyme

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

time (en)

  1. ώρα
  2. (οικείο) μέσα (φυλακή)

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • waste no time (in) doing something: μη σπαταλάς χρόνο σε/στο
  • at the same time: ταυτόχρονα, συγχρόνως
    Συνώνυμα: in tandem

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
time times

time (pt) αρσενικό