have a good time
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]have a good time (en)
- (ιδιωματισμός) περνάω κάλα
The guests at the party had a good time.
- Οι καλεσμένοι στο γλέντι πέρασαν κάλα.
Have a good time!
- Καλά να περάσατε!