μέσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέσα < αιτιατική πληθυντικού, ουδετέρου γένους του επιθέτου μέσος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmɛ.sa/

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

μέσα άκλιτο

  1. στο εσωτερικό κάποιου χώρου ή αντικειμένου
    όταν ήμουν μέσα στο αεροπλάνο, η κλειστοφοβία μου ήταν έντονη
  2. με κατεύθυνση το εσωτερικό κάποιου χώρου ή αντικειμένου
    βάλε τις αποσκευές μέσα στο αυτοκίνητο
  3. σε κάποια κατάσταση
    έζησε μέσα τις κακουχίες
  4. σε κάποια χρονικά όρια
    θέλω να παραδώσω την εργασία μέσα σε ένα μήνα
  5. σε κάποια χρονική στιγμή
    θα κάνω διακοπές μέσα στον επόμενο μήνα
  6. δηλώνοντας συμμετοχή
    είναι μέσα στην ομάδα μας

Εκφράσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


πτώση πληθυντικός
ονομαστική μέσα
γενική μέσων
αιτιατική μέσα
κλητική μέσα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέσα ουδέτερο

  1. (ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό) τα σωθικά
  2. (άκλιτο) αυτό που βρίσκεται μέσα, στο εσωτερικό

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μέσα άκλιτο

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]