μέσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέσα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μέσα < αιτιατική πληθυντικού, ουδετέρου γένους του επιθέτου μέσος[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈme.sa/

Επίρρημα[επεξεργασία]

μέσα

  1. στο εσωτερικό κάποιου χώρου ή αντικειμένου
    όταν ήμουν μέσα στο αεροπλάνο, η κλειστοφοβία μου ήταν έντονη
  2. με κατεύθυνση το εσωτερικό κάποιου χώρου ή αντικειμένου
    βάλε τις αποσκευές μέσα στο αυτοκίνητο
  3. σε κάποια κατάσταση
    έζησε μέσα τις κακουχίες
  4. σε κάποια χρονικά όρια
    θέλω να παραδώσω την εργασία μέσα σε ένα μήνα
  5. σε κάποια χρονική στιγμή
    θα κάνω διακοπές μέσα στον επόμενο μήνα
  6. δηλώνοντας συμμετοχή
    είναι μέσα στην ομάδα μας

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μέσα  τα μέσα 
      γενική του μέσα  των μέσα 
    αιτιατική το μέσα  τα μέσα 
     κλητική μέσα  μέσα 
ΑΚΛΙΤΟ
όπως «άκλιτα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

μέσα ουδέτεροάκλιτο

  1. τα σωθικά
  2. αυτό που βρίσκεται μέσα, στο εσωτερικό

Επίθετο[επεξεργασία]

μέσα άκλιτο

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]