μέσο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | μέσο | τα | μέσα |
| γενική | του | μέσου | των | μέσων |
| αιτιατική | το | μέσο | τα | μέσα |
| κλητική | μέσο | μέσα | ||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μέσο < αρχαία ελληνική μέσον, ουδέτερο του επιθέτου μέσος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μέσο ουδέτερο
- κάτι που απέχει εξίσου από δύο άλλα πράγματα
- Η διάμεσος περνά από το μέσο της γραμμής.
- (μεταφορικά) κάτι που βρίσκεται ανάμεσα σε άλλα πράγματα
- Τον είδα στο μέσο του προαυλίου.
- κάτι που χρησιμοποιεί κάποιος για να πετύχει τον σκοπό του
- Χρησιμοποιεί κάθε δυνατό μέσο για να κερδίσει.
- μέσο μεταφοράς
Ξανά στη μάχη από το πρωί τα εναέρια μέσα στην Ανατολική Αττική- ※ Όταν στην περίοδο 1908-1910 εμφανίζεται ο ηλεκτροκίνητος τροχιόδρομος, το τραμ, οι συνοικίες αυτές είναι από τις πρώτες που εξυπηρετούνται με το νέο αυτό συγκοινωνιακό μέσο, το οποίο αργότερα συμπληρώνεται με τη δρομολόγηση βενζινοκίνητων λεωφορείων. (Μάρω Βουγιούκα, Βασίλης Μεγαρίδης, Κουκάκι, Φιλοπάππου, Γαργαρέττα, εκδ. Φιλιππότη, 2006, σελ. 83)
- (μεταφορικά) πρόσωπα, γνωριμίες, που χρησιμοποιεί κάποιος για να πετύχει άνομα τον σκοπό του
Κατάφερε να μπει στην υπηρεσία βάζοντας μέσο.
- οτιδήποτε χρησιμοποιείται για επικοινωνία και πληροφόρηση (πχ. εφημερίδα, τηλεόραση, βιβλίο, διαδίκτυο)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη μέσος
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κάτι που απέχει εξίσου από δύο άλλα πράγματα
μεταφορικά: κάτι που βρίσκεται ανάμεσα σε άλλα πράγματα
κάτι που χρησιμοποιεί κάποιος για να πετύχει τον σκοπό του
μεταφορικά: χρησιμοποιεί κάποιος για να πετύχει άνομα τον σκοπό του