μέσω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : μέσῳ, μέσο, μεσο-

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέσω < αρχαία ελληνική μέσῳ, δοτική του ουσιαστικού μέσον

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

μέσω

  1. με ορισμένο τρόπο, με διαμεσολάβηση προσώπου ή οργάνου
    Η γνωριμία έγινε μέσω κοινών φίλων.
    Η διαδικτυακή επικοινωνία γίνεται μέσω εξυπηρετητή.
  2. περνώντας από κάπου
    Θα πάμε μέσω Λαμίας.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]