εσωτερικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εσωτερικό τα εσωτερικά
      γενική του εσωτερικού των εσωτερικών
    αιτιατική το εσωτερικό τα εσωτερικά
     κλητική εσωτερικό εσωτερικά
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εσωτερικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: εσωτερικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εσωτερικό ουδέτερο

  1. το μέρος που βρίσκεται σε εσωτερικό χώρο
  2. ολόκληρη η επικράτεια ενός κράτους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

εσωτερικό