κατεύθυνση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατεύθυνση κατευθύνσεις
γενική κατεύθυνσης
& κατευθύνσεως
κατευθύνσεων
αιτιατική κατεύθυνση κατευθύνσεις
κλητική κατεύθυνση κατευθύνσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατεύθυνση < κατευθύνω + -ση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατεύθυνση θηλυκό

  1. η πορεία που θα ακολουθήσει κάποιος για να περάσει από μία θέση σε άλλο ορισμένο σημείο, πχ. μπροστά, πίσω, δεξιά, αριστερά, ανατολικά, δυτικά
    οι τέσσερις κατευθύνσεις του ορίζοντα
  2. (μεταφορικά) πορεία προς κάποιο στόχο ή κατάσταση
    προς λάθος κατεύθυνση οδηγούν τα νέα μέτρα
  3. (φυσική), (εφαρμοσμένη μηχανική), (γραμμική άλγεβρα) μαζί η διεύθυνση και η φορά ενός διανύσματος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]