kierunek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /cɛˈrũnɛk/
kierunek 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

kierunek (pl) αρσενικό

  1. η διεύθυνση, η κατεύθυνση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]