διεύθυνση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διεύθυνση οι διευθύνσεις
      γενική της διεύθυνσης
& διευθύνσεως
των διευθύνσεων
    αιτιατική τη διεύθυνση τις διευθύνσεις
     κλητική διεύθυνση διευθύνσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διεύθυνση < ελληνιστική διευθύνω < δια + εὐθύνω < εὐθὺς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διεύθυνση

  1. η οργάνωση και επίβλεψη ενός έργου ή συνόλου ανθρώπων από έναν ή περισσότερους επικεφαλής
    όταν συνταξιοδοτηθώ, τα παιδιά μου θα αναλάβουν τη διεύθυνση της επιχείρησης
  2. ο χώρος, το γραφείο όσων ασκούν τη διοίκηση ή και οι ίδιοι οι επικεφαλής
    η διεύθυνση της επιχείρησης σας ευχαριστεί θερμά για τη συνεργασία
  3. (φυσική) η ευθεία γραμμή κατά μήκος της οποίας μπορεί να κινηθεί ένα σώμα προς κάθε κατεύθυνση
    τα διανύσματα είναι ευθύγραμμα τμήματα, τα οποία έχουν διεύθυνση και φορά
  4. (καταχρηστικά) κατεύθυνση
    ισχυροί άνεμοι θα πνέουν αύριο προς όλες τις διευθύνσεις
  5. η περιοχή, η οδός και ο αριθμός που ορίζουν την τοποθεσία ενός κτηρίου
  6. (πληροφορική) θέση μνήμης (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική address)

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]